Βυζαντινή Περίοδος

Ο Αρκαδικός Μεσαίωνας

Μετά τη ρωμαϊκή κατάκτηση και επί σειρά αιώνων η πολυπρόσωπη φθορά εξακολουθεί τη διαβρωτική δράση της. Ρόλο πρωταγωνιστή θα παίξουν επί πολύ οι βαρβαρικές επιδρομές: με τη λήξη του 4ου αιώνα τα στίφη του Αλάριχου θα κατακλύουν την Πελοπόννησο· τους Γότθους θα διαδεχθούν Σλάβοι, Βλάχοι, Εβραίοι, τσιγγάνοι και –από το 14ο αιώνα και εξής– πολυπληθείς Αλβανοί. Ιδιαίτερα η κάθοδος των νομάδων Σλάβων, που προτιμούσαν τα ορεινά και δυσπρόσιτα, εξανάγκαζε τους παλαιούς κατοίκους να μετακινούνται στις παράκτιες περιοχές. (Χαρακτηριστική η περίπτωση των Αρκάδων που κατέβηκαν στην Τριφυλία η οποία μετονομάσθηκε σε «Αρκαδία», ονομασία που χρησιμοποιούσε μέχρι πριν από λίγα χρόνια ο λαός όταν αναφερόταν στην περιοχή της Κυπαρισσίας).

Ένα άλλο ζήτημα που απασχολεί τους μελετητές αυτής της περιόδου είναι το πότε ολοκληρώθηκε ο εκχριστιανισμός των κατοίκων της Αρκαδίας, που φαίνεται ότι βρήκε προσφορότερο έδαφος στα μεγαλύτερα κέντρα, αλλά άργησε να επικρατήσει στις απομονωμένες περιοχές. Έτσι, σχετικά νωρίς, η Τεγέα, η Μαντίνεια, η Θέλπουσα και η Μεγαλόπολη γίνονται Επισκοπές υπαγόμενες στη Μητρόπολη της Κορίνθου, ενώ την ίδια εποχή στη θέση των αρχαίων πόλεων εμφανίζονται νέες, όπως τα Κηπιανά ή Τσιπιανά (Μαντινεία), η Βελιγοστή (Μεγαλόπολη), το Αμύκλιν ή Νύκλιν (Τεγέα). Απτά δείγματα της νέας τάξης πραγμάτων είναι οι παλαιότατοι χριστιανικοί ναοί, στα αρχιτεκτονικά μέλη των οποίων ενσωματώνεται μέρος του υλικού των αρχαίων κτισμάτων.

Κατά τους βυζαντινούς χρόνους ολόκληρη η Πελοπόννησος αποτελεί ένα από τα 12 «θέματα» στα οποία είχε διαιρεθεί το ευρωπαϊκό τμήμα της Αυτοκρατορίας, με διοικητή της («κατεπάνω») ένα στρατηγό, που είχε έδρα την Κόρινθο και κύρια ασχολία του την είσπραξη ποικίλων φόρων, συνοδευόμενη –ως είθισται– από παντοειδείς πιέσεις και καταχρήσεις. Τη ζοφερή εικόνα συμπληρώνουν οι επιθέσεις των πειρατών, οι επιδρομές από ξηράς και οι θανατηφόρες επιδημίες.

Από το 1204, οπότε οι Σταυροφόροι καταλύουν το Βυζαντινό κράτος, ο Μορέας γίνεται θέατρο πολεμικών συγκρούσεων ανάμεσα σε ποικιλώνυμους αντιπάλους, των οποίων γεύση λαμβάνει ασφαλώς και η Αρκαδία που ονομαζόταν τώρα Μεσαρέα (πιθανή ετυμολογία από το μέσα + όρος = χώρα που βρίσκεται ανάμεσα σε όρη). Τα «ιμάτιά της» οι αξιωματικοί του Βιλλαρδουίνου τα διεμοίρασαν ώς εξής: ο Δεροζιέρ πήρε τη Β.Δ. Γορτυνία και έχιτσε το φρούριο της Άκοβας· ο Δεβουγέρ έλαβε τα νότια της Γορτυνίας, όπου ο διάδοχός τους έχτισε το φρούριο της Καρύταινας· ο ντε Νεβέλ πήρε 6 φέουδα στη Νότια Κυνουρία με πρωτεύουσα το Γεράκι· στον Ντεμόνς δόθηκαν 4 φέουδα και εγκαταστάθηκε στη Βελιγοστή· ο Γουλιέλμος πήρε 6 φέουδα και το κάστρο του Νυκλίου. Το τελευταίο, ιδιαίτερα, κάστρο θα παίξει σημαντικό ρόλο με την πραγματοποίηση πολλών αποφασιστικής σημασίας συσκέψεων εντός των τειχών του, αλλά και πολλών συγκρούσεων προ των πυλών του. Μετά την καταστροφή του στα 1294 θα παραδώσει τη σκυτάλη στο Μουχλί, που τα σωζόμενα ερείπιά του μαρτυρούν μια ζωή, σύντομη μεν, αλλά εξαιρετικά ενδιαφέρουσα.

Θα ήταν δύσκολο μέσα στα όρια αυτού του κειμένου να επιχειρήσει κανείς και την απλή έστω καταγραφή των σπουδαιότερων γεγονότων αυτής της περιόδου, γιατί οι ανακατατάξεις κsαι οι συγκρούσεις θα μπορούσαν να απαρτίσουν ογκώδη τόμο όπου πολλά θα θύμιζαν πρόσωπα και καταστάσεις των παλιών ιπποτικών μυθιστορημάτων. Εκείνο που τελικά προέκυψε ήταν ο κατακερματισμός και η εξάντληση των δυνάμεων, έτσι ώστε όταν οι Τούρκοι –πρώτα με τον Τουραχάν (1423) και έπειτα με το Μωάμεθ τον Πορθητή (1458)–, επιχείρησαν τις εκστρατείες τους στην Πελοπόννησο, να μην συναντήσουν σθεναρή αντίσταση. Ούτε και στην Αρκαδία βέβαια· η Καρύταινα μόνο θα αντιτάξει κάποια απέλπιν άμυνα με το Σγουρομάλλη.

Εύκολα λοιπόν θα ανοίξει η πύλη για την είσοδο στο μέγα κεφάλαιο της Τουρκοκρατίας. Η συνέχεια, ωστόσο, δε θα είναι το ίδιο εύκολη για τους κατακτητές, αφού οι κάτοικοι της Αρκαδίας, που συχνά πυκνά έβλεπαν ως μόνη διέξοδό τους την ένοπλη αντίσταση, είχαν πρόθυμους συμμάχους τους τα δύσβατα όρη.


Γεωργία Δάλκου – Φιλόλογος
 
Κατασκευή Ιστοσελίδων netstudio